• ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ 1 - 6
    • Γ. ΑΒΕΡΩΦ
    • Α. ΑΡΣΑΚΗΣ
    • Ι. ΓΕΝΝΑΔΙΟΣ
    • Ι. ΔΟΜΠΟΛΗΣ
    • Ε. & Κ. ΖΑΠΠΑΣ
    • Χ. ΖΩΓΡΑΦΟΣ
  • ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ 7 - 12
    • ΑΦΟΙ ΖΩΣΙΜΑΔΕΣ
    • Ζ. ΚΑΠΛΑΝΗΣ
    • Ζ. Λ. ΜΑΡΟΥΤΣΗΣ
    • Β. ΜΕΛΑΣ
    • Ι. ΜΠΑΓΚΑΣ
    • Μ. Γ. ΡΙΖΑΡΗΣ
  • ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ 13 - 18
    • Γ. Σ. ΣΙΝΑΣ a
    • Γ. ΣΤΑΥΡΟΥ
    • Ν. ΣΤΟΥΡΝΑΡΗΣ
    • Μ. ΤΟΣΙΤΣΑΣ
    • Β. Μ. ΤΟΣΙΤΣΑΣ
    • Γ. ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΑΣ
Η ζωή των Ζάππα ήταν περιπετειώδης. Ο Ευαγγέλης Ζάππας γεννήθηκε, το 1800, στο Λάμποβο της Βορείου Ηπείρου. Νεότερος γιος (είχε έναν αδερφό μεγαλύτερό του κατά επτά χρόνια, τον Αναστάσιο, ο οποίος μετανάστευσε στη Μολδοβλαχία), του Βασίλη Ζάππα, σημαντικού τοπικού εμπόρου και της Σωτήρας, το γένος Μέξη.
Στο χωριό του διδάχθηκε «...ολίγιστα γράμματα και ταύτα αυτοδιδασκόμενος...». Εκδηλώνοντας την ανήσυχη και τυχοδιωκτική του φύση εγκατέλειψε σε ηλικία 13 χρόνων την πατρική οικία για να ενταχθεί στη στρατιωτική υπηρεσία του Αλή Τεπελενλή, πασά των Ιωαννίνων. Μετά την εκτέλεση του αλβανού τοπάρχη από τα σουλτανικά στρατεύματα, ακολούθησε το Μάρκο Μπότσαρη στις νότιες ελληνικές επαρχίες. Συμμετείχε σε σειρά μαχών της επαναστατικής περιόδου, ενταγμένος ως κατώτερος αξιωματικός στα σώματα της οικογένειας των Μποτσαραίων και του Νάκου Πανουργιά, κάτω από την αρχηγία του οποίου πήρε το βαθμό του Ταξιάρχου και ανέλαβε τη διοίκηση των Βλαχοχωρίων της επαρχίας Σαλώνων στη Ρούμελη. Μετά το τέλος των στρατιωτικών συγκρούσεων ο Ευαγγέλης Ζάππας, ως αναγνωρισμένος πια αξιωματικός, είχε τη δυνατότητα να αποκτήσει κτήματα. Αυτός όμως επανήλθε στη γενέτειρα του με στόχο να ασχοληθεί με το εμπόριο.
Εκεί παρέμεινε ελάχιστο χρονικό διάστημα, γιατί οι τοπικές αρχές γνωρίζοντας τη συμμετοχή του στην Επανάσταση, του δημιούργησαν σοβαρά προβλήματα. Από το Λάμποβο μετοίκησε στη Βέροια, όπου όμως, δεν μπόρεσε να βρει «...τας απολύτως αναγκαίας προς παραγωγήν πλούτου ευκολίας».
Έτσι, προσανατολίστηκε προς τις Παραδουνάβιες Επαρχίες οι οποίες, μαζί με την Αίγυπτο, αποτελούσαν τις μοναδικές περιοχές με ευοίωνες προοπτικές για πλουτισμό.
Το 1831 εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι και αφού αρχικά εξάσκησε το επάγγελμα του εμπειρικού γιατρού τέχνη που έμαθε στο διάστημα της Επανάστασης πέτυχε σε σύντομο χρονικό διάστημα να αποκτήσει στενές σχέσεις με εξέχοντα μέλη της ελληνικής παροικίας και της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Επιδεικνύοντας εξαιρετικές ικανότητες ασχολήθηκε έχοντας, από το 1835, ως συνέταιρο τον εξάδερφό του Κωνσταντίνο Ζάππα με την εκμίσθωση και εκμετάλλευση γαιοκτησιών, κερδίζοντας τεράστια ποσά από τη μεγιστοποίηση της γεωργικής παραγωγής. Το 1844 οι Ζάππες αγόρασαν το περιώνυμο κτήμα Μπροστένι, το οποίο μετέτρεψαν από ζημιογόνο σε «εκ των λίαν προσοδοφόρων κτημάτων».
Ακολουθώντας την τακτική αυτή ο Ευαγγέλης και ο Κωνσταντίνος αγόρασαν και άλλα, με αποτέλεσμα να γίνουν οι μεγαλύτεροι γαιοκτήμονες της Βλαχίας.
Ως κάτοχοι κολοσσιαίας περιουσίας ο Ευαγγέλης Ζάππας και ο εξάδερφός του Κωνσταντίνος απέκτησαν και την ανάλογη κοινωνική εμβέλεια, που τους καθιέρωσε ως ισχυρότατους παράγοντες και επιφανείς προσωπικότητες του Βουκουρεστίου, αλλά και της ευρύτερης περιοχής.
Τα σπίτια τους στην πρωτεύουσα της Ρουμανίας, αλλά και στα πολυάριθμα υποστατικά τους, ήταν αληθινά παλάτια, ενώ οι ίδιοι ζούσαν «βίον αληθώς μεγαλοπρεπή, αποκλίνοντα μάλιστα κατά τι επί το ηγεμονικώτερον». Ακόμη είχαν δάση, ατμοπλοϊκή εταιρεία, ξενοδοχείο στο Βουκουρέστι, αγροκτήματα, μύλους και 5 μέγαρα διάσπαρτα στη Ρουμανία.
Όμως, ούτε ο τεράστιος πλούτος, ούτε και η υψηλή κοινωνική τους θέση τους κατέστησαν επιλήσμονες «ούτε προς την ελεύθερον ούτε προς την δούλην αυτών πατρίδα, ούτε προς αυτόν τούτον τον τόπον, εν ώ εθησαύρισαν.».
Στην επιθυμία του Ευαγγέλη να παντρευτεί ο κατά δεκατέσσερα χρόνια νεώτερός του Κωνσταντίνος, αυτός αρνήθηκε. Έτσι παρέμειναν άγαμοι και οι δύο αποφασίζοντας να διαθέσουν απερίσπαστοι τη ζωή τους για αγαθοεργίες υπέρ της στενής και της ευρύτερης πατρίδας τους, δηλαδή της Ηπείρου και της Ελλάδας. Το 1863 ο Ευαγγέλης προσβλήθηκε από ψυχική νόσο και πέθανε δύο χρόνια αργότερα στο Μπροστένι σε ηλικία 65 χρόνων. Με τη διαθήκη του άφησε μοναδικό κληρονόμο τον εξάδερφό του Κωνσταντίνο, στον οποίο έδινε εντολή να διαθέσει ολόκληρη την περιουσία του για κοινωφελή έργα.
Οι ευεργεσίες αμέτρητες. Κατασκευή εκπαιδευτηρίων στη γενέτειρα του το Λάμποβο, καθώς και σε άλλα γειτονικά χωριά. Καταθέσεις στην Εθνική Τράπεζα για την εκπαίδευση ηπειρωτών νέων σε γεωργικές σχολές καθώς και τη μετεκπαίδευσή τους σε χώρες της ∆υτικής Ευρώπης. Χρηματικά ποσά για εκδόσεις γεωργικών βιβλίων.
Επιδοτήσεις για την κατασκευή των περίφημων πρότυπων παρθεναγωγείων Κωνσταντινούπολης και Αδριανούπολης, καθώς και άλλων πόλεων της Θράκης. Μεγάλες δωρεές στο Αμαλίειο Ορφανοτροφείο Αθηνών, την Εθνική Βιβλιοθήκη, την Ακαδημία Αθηνών, το Ωδείο, το Πολυτεχνείο, το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και το Εθνικό Πανεπιστήμιο. Αθηνών. Ακόμη στη Φιλολογική Εφορεία Βουκουρεστίου για την διάσωση της βλάχικης γλώσσας, την Ακαδημία της Ρουμανίας κ.ά. Ο Κωνσταντίνος Ζάππας, που γεννήθηκε και αυτός στο Λάμποβο το 1814 και πέθανε εκτός Ελλάδας, στη Μαντόν της Γαλλίας το 1892 σε ηλικία 78 χρόνων, συνέχισε τις ευεργεσίες του Ευαγγέλη με τον ίδιο ζήλο: Στήριξε την παιδεία ιδρύοντας στο Λάμποβο αλληλοδιδακτικό σχολείο στον περίβολο του μοναστηριού του Αγίου Νικολάου, με βιβλιοθήκη, κατοικίες δασκάλων και κήπους, ενώ χρηματοδότησε και μέρος του έργου ‘‘Βίοι Παράλληλοι’’ του ηπειρώτη λόγιου Αναστασίου Γούδα το 1870. Ακόμη έκτισε και ένα οθωμανικό τέμενος στο Χόρμοβο. Κυρίως όμως υλοποίησε το όραμα του Ευαγγέλη για την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων στη χώρα που γεννήθηκαν.
Η ανέγερση του Ζαππείου Μεγάρου στην Αθήνα ήταν η κορυφαία πράξη του εθνικού ευεργέτη, ενώ πρέπει να αναφερθούν η κατασκευή της τρίτοξης μαρμάρινης γέφυρας του Ιλυσσού και η έναρξη της αναμαρμάρωσης του Καλλιμάρμαρου Παναθηναϊκού Σταδίου. Το ελληνικό κράτος προς τιμή των δύο εθνικών ευεργετών ύψωσε τους ανδριάντες τους μπροστά από το Ζάππειο Μέγαρο.
Μετά το θάνατο του Κωνσταντίνου Ζάππα η διαχείριση της τεράστιας ακίνητης περιουσίας του διεκδικήθηκε από το ελληνικό και το ρουμανικό δημόσιο, τη Ζάππειο Επιτροπή και τους ανεψιούς του.
Η αδυναμία συνεννόησης και εύρεσης κοινά αποδεκτής λύσης, κυρίως μεταξύ του ελληνικού και ρουμανικού δημοσίου, δημιούργησε μεγάλες οξύνσεις που οδήγησαν και σε τετραετή διακοπή των ελληνορουμανικών διπλωματικών σχέσεων. Η περιουσία τελικά, διαμοιράστηκε και στα τέσσερα μέρη, ενώ μεγάλο τμήμα της παρέμεινε στη Ρουμανία, όπου στη συνέχεια κρατικοποιήθηκε.