• ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ 1 - 6
    • Γ. ΑΒΕΡΩΦ
    • Α. ΑΡΣΑΚΗΣ
    • Ι. ΓΕΝΝΑΔΙΟΣ
    • Ι. ΔΟΜΠΟΛΗΣ
    • Ε. & Κ. ΖΑΠΠΑΣ
    • Χ. ΖΩΓΡΑΦΟΣ
  • ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ 7 - 12
    • ΑΦΟΙ ΖΩΣΙΜΑΔΕΣ
    • Ζ. ΚΑΠΛΑΝΗΣ
    • Ζ. Λ. ΜΑΡΟΥΤΣΗΣ
    • Β. ΜΕΛΑΣ
    • Ι. ΜΠΑΓΚΑΣ
    • Μ. Γ. ΡΙΖΑΡΗΣ
  • ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ 13 - 18
    • Γ. Σ. ΣΙΝΑΣ a
    • Γ. ΣΤΑΥΡΟΥ
    • Ν. ΣΤΟΥΡΝΑΡΗΣ
    • Μ. ΤΟΣΙΤΣΑΣ
    • Β. Μ. ΤΟΣΙΤΣΑΣ
    • Γ. ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΑΣ

 

Ο Γεώργιος Σταύρου (ή Σταύρος) γεννήθηκε στα Γιάννενα το 1788. Πατέρας του ήταν ο Σταύρος Ιωάννου (οι συντοπίτες του αποκαλούσαν το Γεώργιο “ο γιος του Σταύρου”, και έτσι αντί να πάρει το όνομα Γεώργιος Ιωάννου, του έμεινε το Γεώργιος Σταύρου).
Ο Σταύρος Ιωάννου ήταν μεγάλη μορφή. Σπουδασμένος στη Βιέννη, διετέλεσε για χρόνια γενικός εισπράκτορας, οικονομικός σύμβουλος και ταμίας του Αλή Πασά, αξίωμα που αντιστοιχούσε σχεδόν με αυτό του Υπουργού Οικονομικών.
Επίσης ήταν πρόκριτος στην πόλη των Ιωαννίνων, με ένα αξιόλογο κοινωνικό φιλανθρωπικό έργο, και μεγαλέμπορος τραπεζίτης, με ανεπτυγμένο δίκτυο αντιπροσωπειών από το Λιβόρνο, τη Φλωρεντία και τη Βιέννη, μέχρι το Βουκουρέστι, το Μπρασόβ και το Σίμπιου της Τρανσυλβανίας. Στήριξε τα γράμματα και όλες τις προσπάθειες των λογί ων και των Διδασκάλων του Γένους για την ανάπτυξη του πνευματικού επιπέδου του υπόδουλου έθνους, ενίσχυσε τα Εκπαιδευτήρια και τη Βιβλιοθήκη των Ιωαννίνων, υπήρξε φίλος του Νικολάου Ζωσιμά και πολύτιμος συνεργάτης του Αδαμάντιου Κοραή, τα
βιβλία του οποίου διακινούνταν σε όλη την Ευρώπη μέσα από το εμπορικό του δίκτυο. Οι συμπολίτες του τον αποκαλούσαν «...διηνεκή άρχοντα της παιδείας», ενώ ο αρχιδιδάσκαλος Κοσμάς Μπαλάνος του είχε προσδώσει το προσώνυμο «Τσιαπαλάμος», δηλαδή ‘‘μεγάλος άρχοντας’’.
Την εποχή λοιπόν κατά την οποία, κάτω από τη στιβαρή διοίκηση του Τεπελενλή, τα Γιάννενα φτάνουν στον κολοφώνα της ακμής τους, ο Γεώργιος Σταύρου έχει την τύχη να μεγαλώνει σε μια ευκατάστατη οικογένεια κοντά στην Αυλή του αλβανού ηγεμόνα, μαζί με άλλους Έλληνες οι οποίοι ήταν, ή θα αποτελούσαν στο μέλλον, την ελληνική πνευματική και πολιτικοκοινωνική ελίτ (Αθανάσιος Ψαλίδας, Ιωάννης Βηλαράς, Ιωάννης Κωλέττης, Θεόδωρος Γρίβας, Οδυσσέας Ανδρούτσος κ.ά.). Αφού λάβει τα πρώτα γράμματα στη γενέτειρά του, στη σχολή του Κοσμά Μπαλάνου και στην Καπλάνειο με δάσκαλο τον Αθανάσιο Ψαλίδα, ο πατέρας του τον φέρνει, στα 1807, στη Βιέννη για να συνεχίσει τις σπουδές του και να συμμετάσχει στην οικογενειακή εμπορική επιχείρηση που είχε συσταθεί εκεί από το 1790.
Ο Γεώργιος θα αποκτήσει ολοκληρωμένη μόρφωση στη φημισμένη Εμπορική Σχολή της Βιέννης, θα μάθει καλά τα γερμανικά και τα γαλλικά, ενώ αργότερα θα μιλά και θα γράφει με ευχέρεια την ιταλική και αγγλική γλώσσα. Την περίοδο αυτή πρέπει να γνωρίστηκε με τον Ιωάννη Καποδίστρια, όταν αυτός έμεινε μερικές μέρες στη Βιέννη, στο μακρύ ταξίδι του από την Κέρκυρα προς την Αγία Πετρούπολη, όπου θα αναλάμβανε υπηρεσία στο διπλωματικό σώμα.
Η γνωριμία των δύο αντρών θα εξελιχτεί σε αλληλοεκτίμηση και φιλία, αφού από το 1811 βρίσκουμε το Σταύρου να διευκολύνει την αποστολή της αλληλογραφίας του Καποδίστρια προς τον πατέρα του στην Κέρκυρα ή να διεκπεραιώνει οικονομικά θέματα του κερκυραίου πολιτικού, ο οποίος από το Παρίσι, στα 1815 γράφει χαρακτηριστικά στον πατέρα του: « Αν ο Σταύρου του Ιωάννου δεν ήτο τόσον έντιμος άνθρωπος και φίλος, όπως είναι, θα ήτο δυνατόν από μιας στιγμής εις την άλλην να ευρεθώ στην ψάθα. Μου είναι αδύνατον να έχω κεφαλήν και καιρόν δια να κανονίζω εντός της ημέρας τας οικονομικάς υποθέσεις». Τον Απρίλιο του 1811 ο Γ. Σταύρου αναλαμβάνει μόνος του, σε ηλικία 23 ετών, τον οικογενειακό εμπορικό τραπεζικό Οίκο στη Βιέννη, όταν ο πατέρας του εγκαθίσταται πλέον μόνιμα στα Γιάννενα. Ο νεαρός Ηπειρώτης θα συνεχίσει με ζήλο τις εμπορικές του δραστηριότητες μέχρι την έναρξη της Επανάστασης. Μάλιστα θα εξυπηρετεί και παραγγελίες του Αλή Πασά, όπως η αγορά πολύτιμων λίθων. Το 1821 μυημένος από καιρό στη Φιλική Εταιρεία, εγκαταλείπει σχεδόν τις εμπορικές του ασχολίες και πρωτοστατεί στην ενίσχυση του διεξαγόμενου Αγώνα. Ενθαρρύνει τη φιλελληνική δράση, χρηματοδοτεί αποστολές πολεμοφοδίων και όπλων, διατηρεί επαφές με εμπόρους, λόγιους και κληρικούς της διασποράς.
Το 1824 κατεβαίνει στην Ελλάδα για να συμμετάσχει στον Αγώνα, αψηφώντας τους κινδύνους στους οποίους εξέθετε την οικογένειά του στα Γιάννενα. Φτάνει στο επαναστατημένο Ναύπλιο με όπλα, πολεμοφόδια και τροφές για τις ανάγκες του πολέμου. Εκεί προσβάλλεται από τύφο, αλλά σε τρεις μήνες η υγεία του αποκαθίσταται. Τον επόμενο χρόνο γίνεται Γενικός Ταμίας και μυστικοσύμβουλος του Προέδρου του Εκτελεστικού Γεωργίου Κουντουριώτη και συμμετέχει μαζί του στην αποτυχημένη εκστρατεία εναντίον του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο.
Ορισμένοι τον φθονούν και τον αποκαλούν... «τσιράκι του Αλή Πασά ! » Τον επόμενο χρόνο μπαίνει στο πολιορκημένο Μεσολόγγι επικεφαλής στρατιωτικού σώματος. Στα 1827 διορίζεται από τον Καποδίστρια μέλος του ‘‘Πανελληνίου’’ και διευθυντής της Χρηματιστικής Τράπεζας. Συμμετέχει, ως πληρεξούσιος της Ηπείρου στην Ε΄ Εθνοσυνέλευση, μαζί με τους Α. Τσακάλωφ και Κ. Ράδο. Μετά την απελευθέρωση δεν γυρίζει στη Βιέννη αλλά παραμένει στην Αθήνα. Το 1835 γίνεται μέλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και γνωρίζεται και συνδέεται με στενή φιλία με τον πάμπλουτο Ελβετό τραπεζίτη και φιλέλληνα Ζαν Γκαμπριέλ Εϋνάρ, ο οποίος του έβαλε την ιδέα για την ίδρυση μιας ελληνικής τράπεζας.
Η μεγάλη στιγμή της ζωής του έρχεται το 1841, όταν ιδρύεται η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας και οι μέτοχοί της τον εκλέγουν παμψηφεί ως πρώτο διευθυντή. Τον επόμενο χρόνο η τράπεζα αρχίζει τη λειτουργία της «...εις την οικίαν του διευθυντού». Το 1849 εκλέγεται από τη συνέλευση των μετόχων, κατόπιν πρότασης του Εϋνάρδου, ως ισόβιος διοικητής της! Παράλληλα γίνεται Πρόεδρος του Ορφανοτροφείου Γ. Χατζηκώστα στην Αθήνα, θέση που θα διατηρήσει μέχρι το θάνατό του. Σε ηλικία 80 ετών, το 1868, συγγράφει την ιδιόχειρη διαθήκη του και εκφράζει την τελευταία βούλησή του, που είναι η ανέγερση και λειτουργία Ορφανοτροφείου Αρρένων στα Γιάννενα, διαθέτοντας για το σκοπό αυτό το πατρικό του οικόπεδο και το σύνολο σχεδόν της περιουσίας του.
Ο Γεώργιος Σταύρου που παρέμεινε άγαμος πέθανε στις 31 Μαΐου 1869, σε ηλικία 81 ετών, από καρδιακή προσβολή μέσα στο κτίριο της Εθνικής Τράπεζας όπου διέμενε, ενώ έκανε το καθημερινό πρωινό του μπάνιο.
Έγραψε στη διαθήκη του: «Αν εγώ δεν ετοιμάσω τον τάφο μου, οι εκτελεσταί μου θέλουν τον περιστοιχίσωσιν με τοίχον ημισείας πήχεως και με απλήν κιγκλίδα σιδηράν και μίαν πλάκαν εκ μαρμάρου, επί της οποίας να χαραχθή το όνομά μου...». Η κηδεία του εθνικού ευεργέτη έγινε με συμμετοχή χιλιάδων επωνύμων και ανωνύμων, ενώ το πένθος ήταν καθολικό. Τάφηκε στον οικογενειακό τάφο της ανεψιάς του